1 Νηστεύων καὶ καθήμενος εἰς ὄρος τι καὶ εὐχαριστῶν τῷ κυρίῳ περὶ πάντων ὧν ἐποίησε μετ᾿ ἐμοῦ , βλέπω τὸν ποιμένα παρακαθήμενόν μοι καὶ λέγοντα · Τί ὀρθρινὸς ὧδε ἐλήλυθας ; Ὅτι , φημί , κύριε , στατίωνα ἔχω . 2 Τί , φησίν , ἐστὶ στατίων ; Νηστεύω , φημί , κύριε . Νηστει'α δὲ , φησί , τί ἐστιν αὕτη , ἣν νηστεύετε ; Ὡς εἰώθειν , φημί κύριε , οὕτω νηστεύω . 3 Οὐκ οἴδατε , φησί , νηστεύειν τῷ κυρίῳ , οὐδέ ἐστιν νηστεία αὕτη ἡ ἀνωφελής , ἣν νηστεύετε αὐτῷ . Διατί , φημί , κύριε , τοῦτο λέγεις ; Λέγω σοὶ , φησίν , ὅτι οὐκ ἔστιν αὕτη νηστεία , ἣν δοκεῖτε νηστεύειν · ἀλλ᾿ ἐγώ σὲ διδάξω , τί ἐστι νηστεία δεκτὴ καὶ πλήρης τῷ κυρίῳ . Ἄκουε , φησίν . 4 ὁ θεὸς οὐ βούλεται τοιαύτην νηστείαν ματαίαν · οὕτω γὰρ νηστεύων τῷ θεῷ οὐδὲν ἐργάσῃ τῇ δικαιοσύνῃ . νήστευσον δὲ τῷ θεῷ νηστείαν τοιαύτην · 5 μηδὲν πονηρεύσῃ ἐν τῇ ζωῇ σου , ἀλλὰ δούλευσον τῷ κυρίῳ ἐν καθαρᾷ καρδίᾳ · τήρησον τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ πορευόμενος ἐν τοῖς προστάγμασιν αὐτοῦ καὶ μηδεμία ἐπιθυμία πονηρὰ ἀναβήτω ἐν τῇ καρδίᾳ σου · πίστευσον δὲ τῷ θεῷ , ὅτι , ἐὰν ταῦτα ἐργάσῃ καὶ φοβηθῇς αὐτὸν καὶ ἐγκρατεύσῃ ἀπὸ παντὸς πονηροῦ πράγματος , ζήσῃ τῷ θεῷ · καὶ ταῦτα ἐὰν ἐργάσῃ , μεγάλην νηστείαν ποιήσεις καὶ δεκτὴν τῷ θεῷ .